Αμού

Αμού
Ντάρια ο р. Амударья;
тж. ΤΩξος

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "Αμού" в других словарях:

  • αμού — ἁμοῡ επίρρ. (Α) [ἁμὸς ΙΙ] συνεκφέρεται με τα μόρια γέ που «ἁμοῡ γέ που», σε κάποιο μέρος, κάπου …   Dictionary of Greek

  • ἀμοῦ — ἀ̱μοῦ , ἁμός 1 masc/neut gen sg ἁμοῦ somewhere indeclform (adverb) ἀ̱μοῦ , ἀμόω hang imperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀμόω hang pres imperat mp 2nd sg ἀμόω hang imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic) ἡμός masc/neut gen sg (aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁμοῦ — ἁ̱μοῦ , ἁμός 1 masc/neut gen sg ἁμός 2 sṃ indeclform (adverb) ἁμοῦ somewhere indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αμού Νταριά — (Amu Darya). Ο μεγαλύτερος σε υδάτινο όγκο ποταμός (1.415 χλμ.) της κεντρικής Ασίας, που διαγράφει τα βόρεια σύνορα του Αφγανιστάν με το Τουρκμενιστάν, το Ουζμπεκιστάν και το Τατζικιστάν. Σχηματίζεται στη συμβολή των ποταμών Πιάντζ και Βαχς και… …   Dictionary of Greek

  • ἀμῆ — ἁμοῦ somewhere indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αφγανιστάν — Κράτος της νοτιοκεντρικής Ασίας.Συνορεύει στα Β με το Τουρκμενιστάν (ΒΔ), το Ουζμπεκιστάν, το Τατζικιστάν (ΒΑ) και την Κίνα (ΒΑ), στα Α και Ν με το Πακιστάν και στα Δ με το Ιράν.Το Α. βρίσκεται στο κέντρο της αχανούς νότιας Ασίας, ανάμεσα σε μια… …   Dictionary of Greek

  • 'μοῦ — ἀ̱μοῦ , ἁμός 1 masc/neut gen sg ἀμοῦ , ἁμοῦ somewhere indeclform (adverb) ἀ̱μοῦ , ἀμόω hang imperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀμοῦ , ἀμόω hang pres imperat mp 2nd sg ἀμοῦ , ἀμόω hang imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic) ἐμοῦ , ἐγώ I at least… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ιράν — Επίσημη ονομασία: Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν Παραδοσιακή ονομασία: Περσία Έκταση: 1.648.000 τ. χλμ. Πληθυσμός: 65.540.226 (2002) Πρωτεύουσα: Τεχεράνη (6.758.845 κάτ. το 1996)Κράτος της νοτιοδυτικής Ασίας στη Μέση Ανατολή. Συνορεύει στα Β με το… …   Dictionary of Greek

  • κἀμοῦ — ἀ̱μοῦ , ἁμός 1 masc/neut gen sg ἀμοῦ , ἁμοῦ somewhere indeclform (adverb) ἀ̱μοῦ , ἀμόω hang imperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀμοῦ , ἀμόω hang pres imperat mp 2nd sg ἐμοῦ , ἐγώ I at least masc/fem gen 1st sg ἐμοῦ , ἐμέω vomit pres imperat mp… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἀμοῦ — ἀ̱μοῦ , ἁμός 1 masc/neut gen sg ἀμοῦ , ἁμοῦ somewhere indeclform (adverb) ἀ̱μοῦ , ἀμόω hang imperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀμοῦ , ἀμόω hang pres imperat mp 2nd sg ἐμοῦ , ἐγώ I at least masc/fem gen 1st sg ἐμοῦ , ἐμέω vomit pres imperat mp… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμός — (I) ἁμὸς και ἀμός, ή, όν και αιολ. ἄμμος, η, ον αντί τού ἡμέτερος και συχνά αντί τού ἐμός. [ΕΤΥΜΟΛ. Βραχύτερος τ. αντί ημέτερος (πρβλ. ὑμὸς αντί ὑμέτερος, σφὸς αντί σφέτερος). Στον Όμηρο αντί τού ἁμὸς χρησιμοποιείται συχνότερα η πληρέστερη μορφή… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»